σιελ

Νέα Υόρκη. Ο γκρίζος ουρανός υποδεικνύει πολύ νωρίς το πρωί ή και πολύ αργά το βράδυ. Ο καραφλός μπροστά και αριστερά μου παίζει τα δάχτυλα στο τιμόνι και αργοσέρνει το χέρι του στο κιβώτιο ταχυτήτων. Στέκομαι σχεδόν όρθιος, στέκα απ’ τη μέση και πάνω κι ο λαιμός μου ριγμένος κρέμεται απ’ τη βάση του, τα μάτια μου κοιτάνε σε αντίθετη κατεύθυνση. Αφήνομαι στο ίχνος που δημιουργεί η ταχύτητα από τα αναμμένα ακόμα φώτα και χαζεύω τους περαστικούς. Μεσήλικοι γκριζομάλληδες σηκώνουν τα ρολά απ’ τα περίπτερά τους, κουστουμάτοι και βιαστικά μακιγιαρισμένες βηματίζουν γρήγορα για το μετρό, οι πιτσιρικάδες χαζεύουν στο δρόμο για το σχολείο, οι πλανόδιοι στην πλατεία συνεχίζουν ακούραστα και στη γωνία κάτι πιτσιρίκες λιώνουν με το τακούνι τους το τελευταίο σύννεφο καπνού της τελευταίας νύχτας.

«Εδώ;»
«-Λίγο πιο… κάτω»

Καταφέρνω να γρυλλίσω και μ’ ένα νωχελικό κούνημα του κεφαλιού κολλάω το μέτωπο μου στο τζάμι. Προλαβαίνω να δω δυο-τρεις σταγόνες. Σκοτάδι.

Χθες τη νύχτα. Στο δεύτερο όροφο χάσκω με ανοιχτό το στόμα τα άσπρα φώτα του δρόμου. Με ξυπνάει απότομα η φωνή.

«Για πόσο θα κρατήσει;» με ρωτάει.
«Γιαααααα πάνταααααααα;» της γυρίζω παιχνιδιάρικα με μια περιστροφή του κεφαλιού και την πιάνω απ’ τη μέση. Χάχανα.

Το ασθενικό φως του δρόμου τη λούζει τόπους-τόπους· από τα μαύρα τυλιγμένα μαλλιά, το μικρό μέτωπο και τα μαύρα μάτια, τις παλάμες και τα περιττά κιλά της τυλιγμένα σε σαμπρελίτσες μέχρι τα λεπτά μπούτια και τα δάχτυλα. Την κοιτάζω λίγες στιγμές σαν ερωτευμένος.

Με ξέρει και την ξέρω χρόνια, αυτή στο τριόροφο νότια του πάρκου κι εγώ στα ανατολικά προάστια των μισθοσυντήρητων, εδώ κι εκεί. Αυτή παιδί αποίκων, Αμερικάνα τρίτης γενιάς, με νευρωτικό μεσοαστικό παρελθόν, ροπή στις καταχρήσεις και πατέρα αποτυχημένο έμπορο αυτοκινήτων. Τελικά τα κρατικά δάνεια την άφησαν απ’ έξω για τα καλά κι αυτή αποφάσισε να χαρίσει το κορμί της στο κράτος. Υπόδυση ρόλων συχνή, ειρωνευόμαστε τη σχέση μας. Την ψηλαφίζω μισοαστεία-μισοσοβαρά μ’ αυτόν τον τρόπο, περισσότερο από ανάγκη να ανασαλεύει κάτι, να δω πως θ’ αντιδράσει, ξεγελώ τον εαυτό μου να σκέφτομαι πως θα ήταν, δυο-τρεις νύχτες το μήνα μόνο.  Μπορεί και να το θέλει περισσότερο απ’ όσο εγώ, πάντως η ατμόσφαιρα δεν είναι φορτική. Απάγγειο. Μοιάζει να το καταλαβαίνει. Χαμογελάει.

Σηκώνεται αργά μέχρι να φτάσει το χέρι της το πλαστικό. Το πασπατεύει λίγο με τα ακροδάχτυλα και τινάζει το μπροστινό μεταλλικό μέρος με ευλαβική προσοσχή. Ξανασκύβει κοντά μου και φιλάει το σβέρκο μου. Με κοιτάει βαθειά στα μάτια, το πρόσωπό της κολλημένο στο δικό μου.

«Θέλω να κάνουμε ένα παιδί» μου λέει. Τα μάτια της γαλάζωσαν-

Τότε άφησα τα λεφτά στο κομοδίνο κι αυτή πίεσε το έμβολο.

«Και θα κεντήσω τα μωρομάντηλα στο σαρκίο σου παλιοπούστη»  δήλωσε ουδέτερα, ενώ εγώ τρέκλιζα κολλημένος στο δεξί τοίχο, λουσμένος στο αίμα και σε εικόνες με αστραπές.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: