Archive for September, 2009

Θα χέζονταν πάνω τους.

Posted in Uncategorized on September 27, 2009 by pornetry

Αίματα και βγαλμένες τρίχες στα δάχτυλα

το στόμιο ακουμπά το στόμα και το αλκοόλ τους καίει τα ούλα

το στομάχι τους σουβλίζει και πέφτουν στα τέσσερα

οι ρώγες καβλώνουν απ’ το κρύο και βήχουν στάχτη απ’ τα πνευμόνια

ξαπλώνουν σαν έμβρυα και σκεπάζονται με μια λεπτή κουβέρτα

αγκαλιάζουν το σχοινί που τους κρατάει όταν κοιτάζουν από ψηλά

κλείνουν τα μάτια και χαμογελούν

επαναστατημένοι υπό διάλυση

Απρόβλεπτοι και επικίνδυνοι.

αν είχαν την παραμικρή ιδέα

αν στέκονταν ειλικρινείς απέναντι

στην ορμή που τώρα ψηλαφίζουν

αν είχαν την παραμικρή ιδέα

Τότε

ας πούμε.

Advertisements

ήρθε καιρός να μου πεις

Posted in Uncategorized on September 17, 2009 by pornetry

τι γυρεύουμε εμείς

μέσα στη νύχτα των άλλων

a satyr

Posted in Uncategorized on September 17, 2009 by pornetry

A satyr and a fiend in circular play

Lurking for every trace of movement

Juxtaposed by awareness.

They howl to the sand and then

Reach out to full extension of mind

Only to produce a mimicry of passion.

Now they push harder

Harder only feeds the kickback

Mutual effort to build

A blossom in mutant soil.

Now I am observing them lay off

Crippled by consciousness

Born is the gap

Between your shake and mine

Between your words and mine

Between your ways

And mine.

Schism

Posted in Uncategorized on September 17, 2009 by pornetry

I know the pieces fit cause I watched them fall away
Mildewed and smoldering, fundamental differing,
Pure intention juxtaposed will set two lovers souls in motion
Disintegrating as it goes testing our communication
The light that fueled our fire then has burned a hole between us so
We cannot see to reach an end crippling our communication.

I know the pieces fit cause I watched them tumble down
No fault, none to blame it doesn’t mean I don’t desire to
Point the finger, blame the other, watch the temple topple over
To bring the pieces back together, rediscover communication

The poetry that comes from the squaring off between,
And the circling is worth it
Finding beauty in the dissonance

There was a time that the pieces fit, but I watched them fall away
Mildewed and smoldering, strangled by our coveting
I’ve done the math enough to know the dangers of our second guessing
Doomed to crumble unless we grow, and strengthen our communication

Cold silence has a tendency to atrophy any sense of compassion

Between supposed lovers
Between supposed lovers

And I know the pieces fit

Tool

ΠΟΥ ΚΟΛΛΑΕΙ Ο ΒΑΓΚΝΕΡ

Posted in Uncategorized on September 16, 2009 by pornetry

Σ ΑΥΤΟ ΤΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ Ο ΒΑΓΚΝΕΡ

ήταν απ’ αυτά τα κορίτσια που δε μίλαγαν πολύ

ΕΙΔΕ ΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝΟΝΤΑΙ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΘΕΩΡΗΤΙΚΩΣ ΕΙΧΕ ΑΝΑΛΥΣΗ

ήταν απ’ αυτά τα κορίτσια που δεν ήταν πολύ όμορφα

ΣΕ ΑΠΟΛΥΤΗ ΣΥΝΕΝΝΟΗΣΗ ΜΕ ΤΟ ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΟ

ήταν απ’ αυτά τα κορίτσια που δεν ήταν άσχημα

ΓΙΑ ΝΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΕΙ ΤΗΝ ΑΙΣΘΗΣΗ ΠΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΕΙ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ

ήταν απ’ αυτά τα κορίτσια που δεν ήταν απόμακρα

ΑΠΟΜΟΝΩΣΕ ΤΟΝ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

ούτε λίγο ούτε πολύ

ΑΞΙΟΛΟΓΩΝΤΑΣ ΤΗ ΜΕΤΟΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΠΙΚ ΤΟΥ ΗΧΟΤΟΠΙΟΥ ΤΗΣ ΟΡΧΗΣΤΡΑΣ

ήταν απ’ αυτά τα κορίτσια

ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕ ΤΗΝ ΗΧΗΤΙΚΗ ΠΗΓΗ ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΣΗΜΕΡΑ

που αρκούσε μια ματιά για να καταλάβεις ότι έψαχναν κάποιον_άλλον.

ΟΝΟΜΑΖΟΥΜΕ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΧΩΡΟ ΠΡΑΓΜΑΤΩΣΗΣ ΤΗΣ ΣΚΗΝΟΓΡΑΦΙΑΣ

μου υπόσχεσαι ότι δε θα φύγεις τρέχοντας;

carpe noctem

Posted in Uncategorized on September 15, 2009 by pornetry

Ο Γιάννης και ο Αντώνης περπατούν στον κεντρικό δρόμο της μικρής επαρχιακής τους πόλης. Ο δρόμος φωτίζεται από μεγάλα άσπρα φώτα πάνω σε στραβοχυμένους τσιμεντένιους πυλώνες. Κοιτάζουν τα μαγαζιά με τις μικρές βιτρίνες, χαζεύουν τους περαστικούς και τα αυτοκίνητα που τους προσπερνούν. Συζητάνε για διάφορα πράγματα, κυρίως για τις κοινωνικές και σεξουαλικές τους συναναστροφές που έλαβαν χώρα πριν λίγο, στην έξοδό τους με αγόρια και κορίτσια της ηλικίας τους, έφηβους των 15-16 χρόνων δηλαδή. Δεν εξωτερικεύουν κάτι αλλά στην πραγματικότητα τους προβληματίζει η κοινωνική ευελιξία και η σεξουαλική επιθυμία που εμπνέουν στο αντίθετο φύλο, συνήθως οι συζητήσεις που κάνουν προσεγγίζουν μόνο τους αληθινούς τους προβληματισμούς. Ο Γιάννης ρωτάει:

-Φίλε καλό παιδάκι αυτός ο ξαδερφός του Δημήτρη ε;

-Ναι ρε καλός ήτανε, καλός, μια χαρά παιδί.

-Εντάξει ρε, δε μίλαγε πολύ αλλά ξέρεις, πρώτη φορά, αν δεν τον βάλουμε εμείς στην παρέα δε θα μπει μόνος του, έτσι λειτουργούν αυτά, έτσι γίνεται.

-Ναι…

-Δε μου λες, με το πιπινάκι τι κάνεις ρε; Σας είδα πίσω σούξου-μούξου εκεί, τι γίνεται ρε;

Ο Αντώνης κοκκινίζει.

-Εντάξει μωρέ, στο φιλικό, ξέρεις κουβέντα να γίνεται.

Λίγο πιο πάνω και όσο διασχίζουν το πάρκο πριν τη γειτονιά τους συναντούν μια κοπέλα, την ξέρουν από το σχολείο τους, είναι ένα χρόνο μεγαλύτερη. Η κοπέλα λέγεται Άννα. Όσο ο Γιάννης την αγκαλιάζει και τη φιλά στα μάγουλα ο Αντώνης ξύνει το χώμα με το παπούτσι του και της δίνει χλιαρά το χέρι. Ο Γιάννης με την Άννα μιλούν:

-Τι κάνεις κούκλα, όλα καλά; Πεταχτή – πεταχτή σε βλέπω, με το γκομενάκι πάλι;

-Έλα μωρέ και με πειράζεις, εδώ καθόμασταν με την Ιωάννα.

-Ναι μωρέ δε σ’ είπαμε και καμπούρα, άντε σπιτάκι τώρα θα πετσώσει το γάλα, θα σε ψάχνει κι ο αδερφός σου τέτοια ώρα!

-Πφφ, άσε μας μωρέ που θα μας κάνεις και μαθήματα εσύ πιτσιρίκο!

-Γιατί μωρέ αυτοί που ‘χεις για γαμπρούς καλύτεροι είναι;

Η Άννα γυρνάει στον Αντώνη.

-Εσύ Αντωνάκη όλα καλά; Πού ήσασταν;

-Ε να εδώ μωρέ, καλά. Εεε, σινεμά είχαμε πάει με τα παιδιά, μετά στο Μοντς για κανά ποτάκι και πάμε σπίτι τώρα…

-Α, ωραία, ωραία, καληνύχτα!

Χαιρετιούνται. Λίγο πριν το βενζινάδικο του δρόμου που συναντά το πάρκο φτάνουν στη διχάλα που θα χωριστούν. Ο Γιάννης μιλάει πρώτος:

-Ωραία γκόμενα ρε πούστη, αλλά ξέρεις, είναι κι ο αδερφός της στη μέση, δε θα γουστάρει τον ξέρουμε κιόλας…

-Τι να σου πω ρε ‘συ, όπως νομίζεις…

-Καλά, καλά. Αύριο πρωί μπαλίτσα ε, θα περάσω από κάτω, το νου σου.

-Ντάξει ρε, θα…

Ο Αντώνης διακόπτει τη φράση του και κάνει νόημα με το κεφάλι στο Γιάννη προς την κατεύθυνση του πάρκινγκ. Παρατηρούν αρχικά ένα άσπρο σακάκι, έπειτα ένα φθαρμένο πάνινο παντελόνι και δυο λούτρινα παπούσια. Ανήκουν σε έναν άντρα μεταξύ 70 και 80 ετών, σχετικά κοντό, γύρω στο ένα κι εξήντα πέντε πια λόγω ηλικίας – μαντεύουν. Το πρόσωπό του είναι σακουλιασμένο και ενώνεται με τους ώμους του χωρίς εμφανή λαιμό ενώ τα πλαδαρά του χέρια κρέμονται στα πλάγια του κορμιού του. Μοιάζει εμφανώς χαμένος παρ’ ότι φοράει μαύρα γυαλιά. Φοράει ένα καπέλο με γείσο και κρατάει ένα μπαστούνι. Πλησιάζουν πιο κοντά. Ο Αντώνης μιλάει:

-Γεια σας…

-Γεια σου παιδί μου, καλησπέρα, μπορείς να μου πεις ακριβώς που είμαι σε παρακαλώ;

-Είστε στο πάρκινγκ του βενζινάδικου της Σελ, Γούναρη και Φωτήλα…

Τον πιάνει απ’ τους ώμους και τον στρέφει ελάχιστα προς τα δεξιά.

-Τώρα κοιτάζετε ευθεία τη Γούναρη και στο αριστερό σας χέρι βρίσκεται η Φωτήλα.

-Και η Σμύρνης; Πού είναι; Εδώ πιο πέρα έπρεπε να ‘ναι…

-Ε, δεν έχω ακούσει τέτοιο δρόμο εδώ κοντά, τι να σας πω…

-…και τώρα, τώρα που είμαι για ξαναπές μου…

-Γούναρη και Φωτήλα.

-Καλά, ευχαριστώ παιδί μου…

Κάνουν δύο βήματα μπροστά και κοντοστέκονται. Κοιτάζουν το γέρο πίσω τους να κουνάει αμήχανα τα μπράτσα του στον αέρα. Αντώνης:

-Μήπως θέλετε κάποια βοήθεια;

-Αν μπορείτε καλό μου παίδι να με βοηθήσετε μέχρι εδώ πιο πάνω, να φτάσω μέχρι την Αγία Φωτεινή, έπεσα λίγο παρακάτω και δεν μπορώ να βρω το δρόμο μου πια, αν έχετε την καλοσύνη…

-Μα βέβαια, και βέβαια, απαντούν και οι δύο.

Ο Αντώνης ενώνει την παλάμη του γέρου με τη δική του από το αριστερό χέρι και ο Γιάννης τον πιάνει αγκαζέ απ’ το δεξί. Ο γέρος τινάζεται απότομα.

-Με συγχωρείτε καλό μου παίδι δεν είχα καταλάβει πως ήσασταν δύο, με συγχωρείτε.

Ανεβαίνουν μαζί τη Γούναρη, γνωρίζουν το μέρος, βρίσκεται κοντά. Λίγο πριν τη διάβαση υπάρχει κόκκινο φανάρι για τους πεζούς. Ο Αντώνης σφίγγει το χέρι του τυφλού. Αυτός μονολογεί:

-Τα αυτοκίνητα… Τα ακούω κάθε μέρα, πάνω κάτω, βιαστικά, βιάζονται, ήθελα να ‘ξερα που πάνε, που πάνε… Βιάζονται… Εσείς να ‘στε καλά παιδιά μου, να ‘χετε την υγειά σας, το φως σας, χίλια ευχαριστώ, ο Θεός να σας έχει καλά…

Ο Γιάννης είναι ανέκφραστος. Ο Αντώνης βουρκώνει.

Προσπερνάνε ένα μικρό πλατεάκι με δέντρα περιμετρικά και μερικά παγκάκια, συνορεύει άμεσα με την εκκλησία. Καθίζουν το γέρο σ’ ένα από τα παγκάκια. Αντώνης:

-Εδώ είστε, η εκκλησία είναι ακριβώς πίσω σας.

-Ευχαριστώ παιδί μου, θα περιμένω εγώ εδώ μέχρι να αρχίσει το πρωί η λειτουργία, θα χτυπήσουν οι καμπάνες και ξέρω εγώ… Ευτυχώς που βρίσκονται άνθρωποι και μας βοηθάνε, χίλια ευχαριστώ παιδία μου, χίλια, να σας έχει καλά ο Θεός πάντα.

-Μην το συζητάτε, κανένας κόπος, κανένας.

Ο Γιάννης κλαίει βουβά.

Στρίβουν στη γωνία και προχωρούν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Φτάνουν αμίλητοι στο σχολείο τους και στηρίζονται όρθιοι στα κάγκελα δίπλα από την κεντρική είσοδο χωρίς να κοιτιούνται.

Ο Γιάννης ξέσπασε σε λυγμούς.

Ο Αντώνης γαμήθηκε στο γέλιο.

enema.

Posted in Uncategorized on September 12, 2009 by pornetry

Το έτος 2077 η ανθρωπότητα αποφάσισε με παγκόσμιο δημοψήφισμα να αφανίσει κάποια από τα δομικά της στοιχεία που την καθιστούσαν είδος κατώτερο των προσδοκιών που δημιουργούσε το εγκεφαλικό του απόθεμα και αποτελούσαν πηγή ανεξάντλητων δεινών καθ΄όλη τη διάρκεια της ύπαρξης μιας μονάδας από αυτό το είδος. Τα στοιχεία αυτά βάσει του κυρίαρχου δόγματος της χωρίς φραγμούς μηχανικής υποστήριξης των ατελειών του ανθρώπου συμπεριελάμβαναν τη σεξουαλικότητα, την επιθυμία για αναγνώριση, η οποία μπορεί να θεωρηθεί μέρος της προηγούμενης αλλά δεν περιορίζεται εξ’ ολοκλήρου σε αυτή, το πλέγμα του πνεύματος και της φαντασίας και άλλα.

Δεν έχει καμία σημασία, δεν έχει καμία σημασία αυτό το γραπτό γιατί κανείς δεν θα μπορέσει να το καταλάβει. Κανείς τους, ούτε κι αυτοί κι ούτε κι αυτά που μας έκαναν θα τα καταλάβουν ποτέ γιατί μέρα με τη μέρα γίνονται έτσι, ίδιοι. Διαφορετικοί από εμάς – ίδιοι μ’ αυτούς μετά τη Μέρα, τότε που το νομοδιάταγμα ψηφίστηκε κι αυτοί -ω Θεέ μου- αυτοί άρχισαν να συρρέουν στους θαλάμους, αυτούς τους πελώριους αδιάφανους μεταλλικούς τρούλους που τους ρουφούσαν για το πρώτο στάδιο της επανένταξης. Οι γαμημένοι μας άφηναν μέχρι και να τους βλέπουμε πάνω απ’ τις περιφράξεις, έκαναν τα στραβά μάτια, θα μας έδιναν επιπλέον λαβές και έρεισμα στην κοινή γνώμη για να πείσουμε ότι έκρυβαν κάτι αποτρόπαιο, επιπλέον δεν διέτρεχαν καν κίνδυνο, έτσι σκέφτονταν. Αρχίδια, κι εμείς σαν ηλίθιοι γελαστήκαμε απ’ τη δική τους ανοχή, ήξεραν όμως, ήξεραν ότι το ζήτημα αφορούσε τον πληθαριθμικό ποσοδείκτη της επιτυχίας των ανακατατάξεων, δεν υπήρχε γυρισμός μετά τη μετατροπή, δεν υπήρχε πια δίαυλος, προφανής σαν καταιγίδα, νομοτελειακή σαν καρκίνος, αυτή ήταν η λογική και η πράξη τους και δεν υπήρχε λόγος να είναι άλλη, μετά τη μεταστροφή το μνημονικό βάρος θα ήταν μηδαμινό και η συλλογική παλινδρόμηση και αμφιβολία θα έλαμπαν στα μάτια όσων μπορούσαν ακόμα να καταλάβουν με την απουσία τους. Δεν είχαν πέσει καθόλου έξω. Πραγματικά, το αρχείο των στοιχείων της πρώτης απογραφής αυτών που είχαν ήδη υποστεί την αλλαγή, χωρίς αμφιβολία σκόπιμα φτασμένο στα χέρια μας αφού ήταν και το μόνο στοιχείο που αποκομίσαμε δίχως κόπο, υπήρξε και το ισχυρότερό τους όπλο, προοδευτικά συνειδητοποιούσαμε ότι μας κατέτρωγε εκτός από την αμφιβολία και η έλλειψη ανθρώπων για τους οποίους θα ‘πρεπε να συνεχίσουμε.

Τυφλοί στα σημάδια των καιρών και προετοιμασμένοι από στο διάστημα που μας δόθηκε από τότε που δεν διαφαινόταν άλλη λύση στον ορίζοντα και η αδειοδότηση που θα σήμαινε την αρχή των πειραμάτων έμοιαζε αναπόδραστη, προσπαθήσαμε. Θα επιχειρήσω σε αυτή μου την ανασκόπηση να πάρω τα πράγματα από την αρχή.

Ναι, είχαν δίκιο όταν υποστήριξαν ότι το νέο είδος μπορούσε να θεαθεί μόνο υπό δικούς του όρους, θεσμούς και κανόνες ως τέτοιο, οι λέξεις και η ρητορία μας δεν ήταν σωστές ούτε λάθος, απλώς δεν είχαν νόημα γι’ αυτό το καινούριο δίποδο που θα κυριαρχούσε στον πλανήτη τα επόμενα χρόνια. Η αντανακλαστική ανατριχίλα μας ίσως και να υποχωρούσε εξ’ αιτίας αυτής της αναντίρρητης αλήθειας με τον καιρό, ίσως και να μας έπειθαν αν μας έπιαναν κι εμάς στους θαλάμους ή αν απλώς τους παρατηρούσαμε απ’ τα καταφύγια μας που έτσι κι αλλιώς αργά ή γρήγορα ήταν καταδικασμένα μετά τα στατιστικά της πρώτης απογραφής. Αυτό που μας εμπόδισε να συμβιβαστούμε ήρθε τόσο ξαφνικά όσο και ανεξάρτητα απ’ τις ζυμώσεις για τη δομή και τη δράση της αντίστασης και δεν ήταν άλλο απ’ την πρώτη παρεμβολή των ηλεκτρολόγων μας του 13Α στον πολλαπλασιαστή του Λούιβιλ. Ήταν αλήθεια και τους βλέπαμε τώρα μπροστά μας, αυτούς που βρέθηκαν ασύμβατοι, αυτή τη μικρή αλλά συγκλονιστική μερίδα «ανθρώπων» σε απροσδιόριστη κατάσταση. Είχαν βρεθεί ασύμβατοι κατά τη διάρκεια της μετατροπής, κάτι είχε πάει στραβά, χωρίς εμφανή σ’ εμάς λόγο, ούτε και σ’ αυτούς απ’ ό,τι φάνηκε αργότερα από την υποκλοπή των αρχείων του δικτύου της Ρωσσίας. Μάθαμε ότι είχαν αποδώσει το συμβάν στο θεικό μποζόνιο Χιγκς κι έτρεμαν τη μήνη που πρόλεγε η πιθανότητα αλήθευσης αυτής της υπόθεσης γι’ αυτό και σταμάτησαν τις έρευνες˙ ήταν ούτως ή άλλως πολύ αργά, απλά θα έσπερναν τον πανικό με απρόβλεπτες συνέπειες. Το βρήκαμε περισσότερο αστείο παρά αφορμή για προβληματισμό˙ ήταν χαρακτηριστικό τους και ενδεικτικό του πόσο στρεβλωμένη ιδέα είχαν για το εγχείρημά τους παρά τις κοινωνικές ζυμώσεις που οδηγήσαν τις μάζες στην υποστήριξή του οι ιθύνοντες και η πολιτική διοίκηση του προγράμματος. Οι επιστήμονες είχαν την ιδέα και την έμπνευση αποφορτισμένοι από ηθικά διλήμματα, οι πολιτικοί πείστηκαν, δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς αφού οι συσχετισμοί επιρροών δεδομένης της θετικιστικής στροφής του κοινού αισθήματος την τελευταία εικοσαετία είχαν αυξήσει δραματικά την επιρροή τους και οι δημοσιοσχεσίτες ανέλαβαν το ρόλο του συνδετικού κρίκου τον οποίο περάτωσαν με εξαιρετική επιτυχία. Δεν είχαν βέβαια μπορέσει να μυήσουν τις πλατειές μάζες στη δομή του νέου ουσιοκρατικού ρεύματος που είχε στηρίξει το εγχείρημα ούτε και είχαν σταθεί ικανές να παρακολουθήσουν το ξεδίπλωμα της υπερ αυτού ρητορίας σε όλο της το μήκος, είχαν πάντως πειστεί και οπλιστεί με τρομακτική βεβαιότητα που αντλούσε δύναμη από τη συλλογική της υπόσταση. Δεν θα καταλάβαιναν ποτέ την επιδερμικότητα της αντίληψής τους που θα χρησιμοποιούνταν ως μοχλός πίεσης για την ολοκληρωτική αλλαγή του ρου του ανθρωπίνου γίγνεσθαι -για την ακρίβεια για την παύση του- όμως αυτό λίγο απασχόλησε τα ανώτερα κλιμάκια, post mortem δεν θα είχε και πολλή σημασία άλλωστε, για την ακρίβεια δεν θα είχε καμία σημασία. Αναλογιζόμενος τη σημασία τους υποπτεύομαι ότι προσπεράσαμε τα συμπεράσματα αυτά πολύ επιπόλαια με την ειρωνική μας στάση, παρ’ όλα αυτά δεν θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει αλλιώς, η αλήθεια των πλάνων από τα κελιά μπροστά μας ήταν επιτακτική.

Αρχικά διστακτικοί, χαμένοι, ζαλισμένοι αλλά και σε εγρήγορση. Ήταν το πρώτο σημάδι που υποψίασε αρκετούς από εμάς, θα έπρεπε να συμπεριφέρονται σαν κουρδισμένοι αφού οι πηγές των ερεθισμάτων αυτών θα είχαν ανώδυνα εξαλειφθεί μια για πάντα. Στη συνέχεια παρατηρητικοί, εξερευνούσαν το σώμα τους φαινομενικά για πρώτη φορά ξανά, έπειτα τον περιβάλλοντα χώρο και ψέλλιζαν λέξεις, ζητούσαν μουδιασμένα εξηγήσεις και προσπαθούσαν να προσαρμοστούν στα δεδομένα της απρόσμενης εξέλιξης, μερικοί τρομοκρατούνταν από την ασυνέπεια των γεγονότων , πιθανότατα ήταν αυτοί που είχαν αρκετή εμπιστοσύνη στις αισθήσεις τους ώστε να δώσουν μαντικά συγκεκριμένη μορφή σ’ αυτό που τους περίμενε στην άλλη πλευρά. Μετά τις πρώτες ώρες και με ελάχιστη χρονική διαφορά άρχιζαν να εξωτερικεύουν τις ανακατατάξεις στο μετωπιαίο λοβό τους, ήταν ενδεχομένως λογικό και αναμενόμενο. Από τα πλάσματα αυτά είχε μεν αφαιρεθεί η επιθυμία για προσωπική αναγνώριση, η σεξουαλική επιθυμία και εν γένει η τάση για αναπαραγωγή, είχαν όμως, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, υπάρξει επιπλοκές στην περιθωριοποίηση και επεξεργασία του φαντασιακού τους διηνεκούς, με λίγα λόγια διατηρούσαν ακόμα τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά εξάπλωσης της σκέψης πέρα από ντετερμινιστικές επιλογές (όπως αυτές που επέφερε η αντίληψη του χώρου και η προσαρμογή αυτής στην ανάγκη για επιβίωση) και τις άμεσες συνέπεις των συναισθηματικών διακυμάνσεων που επέφερε η δυνατότητα αυτή. Είχαν μετατραπεί σε πλάσματα που οι ανθρώπινες επιθυμίες δεν μπορούσαν να αγγίξουν και οι τραγωδίες δεν μπορούσαν να τσακίσουν, θύμιζαν αιωνίως λυγισμένα κλαδιά που δεν είχαν τη δυνατότητα να σπάσουν, διατηρούσαν όμως ακόμα την αίσθηση του πόνου και του απειροστικά μεγάλου χρονικού αποθέματος στο κέντρο του οποίου λίμναζε το τσακισμένο εγώ τους, απόλυτα ικανό παρ’ όλα αυτά να τους τροφοδοτήσει με αναπόδραστη απελπισία. Οι αντιδράσεις τους ήταν ποικιλόμορφες: Άλλοι κοκκίνιζαν μέχρι να νιώσουν τις φλέβες στο μέτωπο τους να χτυπούν και έπεφταν με μανία πάνω στους τοίχους γύρω τους, άλλοι κατουρούσαν τους νιπτήρες και αφόδευαν στις πόρτες και μερικοί εστίαζαν το βλέμμα τους, απλανές και νεκρό, σε ένα σημείο ώσπου κάποια στιγμή άρχιζαν να ουρλιάζουν και να κλαίνε γοερά μέχρι να πέσουν κάτω από την εξάντληση.

Οι υπεύθυνοι -μαντεύαμε- δεν είχαν ιδέα πως να χειριστούν την κατάσταση με αυτά τα ενδιάμεσα αποτελέσματα (που πάντως δεν ήταν πολλά), ούτε κι εμείς (στην απίθανη περίπτωση που θα επικρατούσαμε) είναι η αλήθεια. Τα φωλιασμένα και ενισχυμένα από την παρούσα κατάσταση ανθρωπιστικά μας πιστεύω μας ωθούσαν να τους αντιμετωπίσουμε ως αιχμαλώτους πολέμου στα χέρια του εχθρού ή στη χειρότερη περίπτωση σαν ψυχικά ασθενείς με μη αναστρέψιμο χαρακτήρα βλάβης. Ήταν πάντως το λιγότερο που μας απασχολούσε πρακτικά καθώς τα πράγματα είχαν ήδη αρχίσει να γίνονται δυσοίωνα και η ολοκληρωτική μας ήττα θα ερχόταν πολύ νωρίτερα απ’ ό,τι περιμέναμε.

Η λύτρωση από το ερωτηματικό της επιλογής δεν ήταν μόνο αυτής της μορφής, η αμφιβολία και η αδυναμία να υιοθετήσουμε μια στιβαρή και πειστική στάση όσο κυλούσαν οι μήνες φώλιαζαν ολοένα και περισσότερο στη συλλογιστική μας και δυσχέραιναν οποιαδήποτε προσπάθεια συγκρότησης μια συλλογικής ιδεολογίας αλλά και ενός σχεδίου δράσης. Τα αποθέματα του σθένους μας ήταν αρκετά πάντως για να μας οδηγήσουν σ’ αυτήν την τελευταία αναμέτρηση με ξεκάθαρο πρωτεύοντα στόχο: Θα προσπαθούσαμε να αφανίσουμε τους ανθρώπους-φύλακες του προγράμματος – έπρεπε αναγκαστικά να διαποτίζονται από στοιχεία του ανθρώπινου είδους μέχρι το τέλος για να ξετρυπώσουν και τον τελευταίο αντιφρονούντα. Όσον αφορούσε στη σύμπλευση με το νέο είδος και το σχεδιασμό της οργάνωσης και τη συνέχειά μας θα συζητούσαμε έπειτα, προσωπικά δεν είχα πολλές ελπίδες αξιοπρεπούς ενστάλαξης, εν πάσει περιπτώσει η πραγματικότητα και η αναμονή δεν άφηναν και πολλά περιθώρια ανάλυσης των υποθέσεων που έτσι κι αλλιώς είχαν φύση φρούδα λόγω της χαοτικής συμπεριφοράς των ανθρώπων στην πολιτική.

Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν χρειάστηκε. Ίσως και να έπρεπε να το αναμένουμε, πάντως αποτύχαμε τραγικά και σε βαθμό που κανείς μας δεν περίμενε˙ οι ανιχνευτές και οι πυροτεχνουργοί μας δεν έφτασαν ούτε στα μισά του δρόμου μέχρι να τους ανακαλύψουν τα ραντάρ, oι καμικάζι κομματιάστηκαν από νάρκες που δεν είχαμε εντοπίσει και μαζί μ’ αυτούς η ελπίδα μας για αντιπερισπασμό, η μάχη που ακολούθησε στο κεντρικό πεδίο, για την οποία έτσι κι αλλιώς δεν είχαμε πολλές ελπίδες κατέληξε σε φιάσκο και φυσικά οι διεισδύσεις προς το επιτελείο στις οποίες ελπίζαμε δεν έγιναν ποτέ. Από τους πανόπτες βλέπαμε τους κρατήρες και τα απομεινάρια της τελευταίας προσπάθειας της αντίστασής μας και σκυμμένοι πάνω από τους πίνακες αναμετάδοσης παραδεχόμασταν σιωπηλά και συλλογικά αυτό για το οποίο ο καθένας μας ήταν βέβαιος ατομικά˙ ο πόλεμος είχε τελειώσει, αν υπήρξε ποτέ, και τώρα, την ύστατη ώρα, η αμφιβολία για την ορθότητα της θυσίας μας για κάτι το οποίο δεν μπορούσαμε να αντικρούσουμε χωρίς αξιωματικά ηθικές παραδοχές μας κατέτρωγε. Δεν ειπώθηκε κάτι άξιο αναφοράς εκείνες τις στιγμές, η έλλειψη κάθε ομαλού ορίζοντα κυριαρχούσε και δεν άφηνε περιθώρια για διαλεκτική ή αποτίμηση της κατάστασης˙ ήταν το τελευταίο που μας ενδιέφερε. Τελικά μερικοί παραδόθηκαν άνευ όρων και άλλοι, όπως εγώ, χρησιμοποίησαν τους πρόχειρα στημένους μεταφορείς για να διασκορπιστούν, απουσία οποιασδήποτε λογικής, σε διάφορα μέρη της νότιας Ινδίας και στις ακτές της Χιλής. Διατηρήσαμε κάποια επικοινωνία με τα πρωτόγονα μέσα που διαθέταμε ακόμα, διαδίκτυο, κινητά τηλέφωνα, ακόμα και τα πολύ εύκολα στον εντοπισμό τους καρτοτηλέφωνα, τον τελευταίο καιρό ειδικά, όταν άρχισε να μη μας νοιάζει πλέον, όταν υποδεχόμασταν το ενδεχόμενο ενσωμάτωσης στη νέα τάξη πραγμάτων με κρυφή ανακούφιση.

Το κείμενο αυτό αποτελεί μια προσπάθεια αποτίμησης των τελευταίων μηνών του ανθρώπινου είδους με τη μορφή που ορίσε τον εαυτό του τα τελευταία 5.500 χρόνια. Ελπίζω, αν και όταν πέσει στα χέρια κάποιου αναγνώστη, η γλώσσα τους να μην έχει απονοηματοδοτήσει σε τέτοιο βαθμό τη δική μας που να καθιστά το πόνημα αυτό ακατανόητο. Ελπίζω να μείνει στην ιστορία ως το τελευταίο μνημείο σε αυτό το συμπαθές είδος που, παρ’ όλα τα ελαττώματα του, δημιούργησε τις δικές του αξίες και τους έδωσε με το δικό του τρόπο νόημα, που πίστεψε στις, κούφιες όπως είναι, έννοιες της καλοσύνης, της ανοχής και της συγκαταβατικότητας.

Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος και το κείμενο αυτό είναι αφιερωμένο σ’ εμένα.

Αύριο θα παραδοθώ.