Archive for February, 2010

Our tears and respect go to Johnny Cash tonight.

Posted in Uncategorized on February 25, 2010 by pornetry

-I’ve been through a lot, heroin included. I have been through hell and back but I have never experienced that kind of pain.

-Can’t you find something, two words to hold onto, something that will revive your faith?

-MY FAITH IS UNSHAKABLE.

Advertisements

ΤΕΛΟΣ

Posted in Uncategorized on February 14, 2010 by pornetry

…θα τα παρατήσω όλα και θα γίνω πριγκίπισσα. Αρκετά χαζή για να μην επιδιώκω τίποτα και αρκετά όμορφη για να με θέλουν όλοι οι άντρες. Θα κάθομαι στο θρόνο μου και δεν θα κάνω τίποτα. Θα τους παρατηρώ μόνον όλους και στο τέλος θα διαλέγω τον καλύτερο. Και δεν θα με νοιάζει.

ΤΟ ΒΡΗΚΑ ΤΟ ΒΡΗΚΑ!!!

Posted in Uncategorized on February 9, 2010 by pornetry

ειναι οτι θελουν να μην παταει ο κοσμος στο παρκο και στα εξαρχεια , να μεινουμε μονο οσοι ειμαστε με τα μυαλα στα καγκελα αυτο ειναι dear comrade

Ουφ, το είπα, ησύχασα.

Charm

Posted in Uncategorized on February 7, 2010 by pornetry

Neal lined them up
James, Dean, Patrick, Rob
Laid his hands on one another
Took a deep breath and shot

Their skulls cracked open
Their blood shed the rocks
It took three days of rain
For mud to turn to sense

I was a mere sibling
Maybe two or three or four
I watched with eyes wide open
Behind a fence of waving stones

I’m in my thirties now
A tall young man alright
I set myself ablaze
My hands of power will suffice

I blast the door open
A kick and punch alone
I said old man Neal on your feet
He said ’twas about time

I walked him to an open field
I’d blast his brains all over
I told him he was beautiful
He said I was too kind.

Ιντίγκο – Ι.

Posted in Uncategorized on February 4, 2010 by pornetry

Αν και δεν μπορώ να ανακαλέσω από τη μνήμη μου κάθε λεπτομέρεια εκείνης της ημέρας, θυμάμαι πως το τηλεφώνημα του Γιάννη με βρήκε μπουχτισμένο από το τέταρτο τσιγάρο της μέρας – της ώρας. Ήθελε να τον συναντήσω στο πάρκο Ζωγράφου, πράγμα περίεργο αν ξέρει κανείς τον Γιάννη κι έτσι υπέθεσα πως μάλλον επρόκειτο για κάτι σοβαρό. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη – όπου και διαπίστωσα ότι τα μάτια μου ήταν κατακόκκινα – έριξα ένα πουκάμισο στους ώμους μου και πήρα γρήγορα το δρόμο προς τη στάση. Ακούμπησα στο σταντ πάνω από το μεταλλικό παγκάκι κι έριξα μια ματιά στους υπόλοιπους. Το βλέμμα μου διασταυρώθηκε με αυτό της κοπέλας μπροστά μου και της χάρισα ένα αδέξιο χαμόγελο αφήνοντας όλα μου τα δόντια να φανούν που νομίζω πως την τρόμαξε λίγο αφού απέφυγε να με κοιτάξει καθόλη τη διάρκεια της αναμονής. Μπαίνοντας στο τρόλει άναψα ένα ακόμη τσιγάρο και σχεδόν κουτούλησα το τζάμι όπως έγυρα πάνω του στο εσωτερικό κάθισμα, κάτι που φαντάζομαι πως έφερε πολλά περίεργα βλέμματα πάνω μου, ίσως και σχόλια μιας και οι άνθρωποι των μαζών που χαρακτηρίζονται από αδράνεια – των επιβαινόντων στα ΜΜΜ λόγου χάρη – έχουν την τάση να αδελφοποιούνται όταν προσέξουν κάτι που ξεφεύγει από τη φυσιολογική ροή της πραγματικότητάς τους. Σε κάθε περίπτωση δεν ήμουν σε θέση να αντιληφθώ ούτε να αποκωδικοποιήσω τα σημάδια των γύρω μου, δεν είχα και καμία διάθεση να επικοινωνήσω με νηφάλια όντα ούτως ή άλλως, κι έτσι προτίμησα να χαζέψω απ’ το παράθυρο. Ο ουρανός βαφόταν με ένα χρώμα που δεν υποδείκνυε καμία ώρα της ημέρας, τα φώτα και ο δρόμος έφευγαν γρήγορα, ουρλιάζοντας στο μυαλό μου, αφήνοντας ένα αχνό αποτύπωμα και η ταχύτητα ήταν μεγάλη. Όλα αυτά αύξησαν τη ζαλάδα μου και προσπάθησα να γυρίσω πλευρό, όμως η προσπάθειά μου με έφερε φαρδιά-πλατιά ξαπλωμένο στα δύο καθίσματα και μαχόμενο να σταθώ όρθιος, μα κατάφερα μόνο να γείρω πιο πολύ στο κενό μπροστά μου. Τότε άκουσα έναν ήχο σα σκίσιμο πίσω από το δεξί μου αυτί κι έχασα εντελώς τον έλεγχο των μελών μου – αν δεν έδινα καμία βάση σε τέτοιου είδους ανόητες προβολές θα ορκιζόμουν πως είδα τον εαυτό μου να κυλαέι πολύ αργά προς τα μπρος και να σωριάζεται στο δάπεδο με έναν κατά το δυνατόν διακριτικό γδούπο.

Ξύπνησα σε ένα σκωτσέζικο ξέφωτο στην πλαγιά ενός λόφου και ηλιόλουστο σαν σε βαθύ καλοκαίρι. Καθόμουν στο γρασίδι, οκλαδόν, και φορούσα ένα μαύρο σακάκι, το ανάλογο παντελόνι και ένα κόκκινο μάλλινο φουλάρι. Μπροστά μου απλωνόταν το σμίξιμο τριών δρόμων, χωμάτινων και καθαρισμένων από τα φύλλα των δέντρων που πλαισίωναν το σταυροδρόμι. Κάτι μου έκαιγε τα δάχτυλα, ήταν το τσιγάρο που κρατούσα ακόμη για κάποιο λόγο κι ένιωσα ντροπή, έτσι το έσβησα στο χώμα και σηκώθηκα με προσεκτικές κινήσεις για να βεβαιωθώ πως είχα απαλλαγεί απ’ τη μαστούρα. Στο βάθος διέκρινα μια φιγούρα να έρχεται προς το μέρος μου και στάθηκα στη θέση μου να την περιμένω. Με πλησίασε περισσότερο και διέκρινα κάποια από τα χαρακτηριστικά της· έμοιαζε κοντή και στρουμπουλή και σίγουρα φορούσε ένα φουσκωμένο καπέλο ή ένα φέσι και μια ποδιά που έδενε στους ώμους. Πραγματικά περίεργος αυτή τη φορά κατέβηκα γρήγορα την πλαγιά κι έφτασα στη συμβολή των δρόμων όπου μπορούσα να ακούσω καθαρά το τραγούδι της:

The hills are alive

With the sound of music

With songs they have sung

For a thousand years

Πλησίασα κι άλλο· η φουρνάρισσα του παραμυθιού με τη μελωδική φωνή στροβιλιζόταν με χαριτωμένες παρά την κορμοστασιά της φιγούρες μαζεύοντας λουλούδια, χανόταν ανάμεσα στα δέντρα κι έπαιζε με το δάσος σαν να είχε επαναλάβει τη χορογραφία αυτή εκατοντάδες φορές, πάντα με την ίδια παρ’ όλα αυτά ζωντάνια, με τον ίδιο ενθουσιασμό και την ίδια δροσιά.

Θεώρησα ηλίθιο το να της πω να με περιμένει κι έτσι άρχισα να τρέχω προς το μέρος της αν και αυτή δεν φαινόταν να αντιλαμβάνεται στο ελάχιστο την παρουσία μου. Όταν άρχισα να την φτάνω η φιγούρα θόλωσε λίγο και μετά λίγο περισσότερο, μέχρι που έσβησε τελείως όταν βρισκόμουν πια σε μια απόσταση λιγότερη των τριών μέτρων από αυτή. Σάστησα και κοίταξα γύρω μου. Κράτησα την ανάσα μου και περίμενα με τις αισθήσεις μου σε πλήρη όξυνση όμως πέρασαν δυο λεπτά χωρίς να ακουστεί το παραμικρό. Διατρέχοντας με το βλέμμα μου το τοπίο την ξαναείδα τότε δίπλα στους θάμνους που φαίνονταν στα δεξιά μου. Έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα μα η μυστηριώδης γυναίκα εξαφανιζόταν κάθε φορά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Ίδρωνα ασταμάτητα και τα πόδια μου πονούσαν, δεν μπορούσα όμως να ξεπεράσω με τίποτα εκτός από την περιέργεια τώρα και την οργή που φούντωνε μέσα μου γι’ αυτό το παιχνίδι που παιζόταν εις βάρος μου, το ατελέσφορο της προσπάθειάς μου στεκόταν εντελώς αδύνατο να με πείσει να σταματήσω. Διέσχισα το μέρος σε όλο του το μήκος για πολλές ώρες, τρέχοντας σαν αγρίμι και αλλάζοντας κατευθύνσεις τόσο γρήγορα που κόντεψα να σωριαστώ κάτω αρκετές φορές, εντελώς μάταια φυσικά όσον αφορούσε στην αναζήτησή μου. Μόνο όταν ένιωσα το λαιμό μου να πιάνεται από την ξεραίλα και τα πόδια μου εντελώς αποκαμωμένα μπόρεσα να δώσω μια παύση στο κυνηγητό μου, γέρνοντας την πλάτη μου σε ένα δέντρο. Τότε ακούστηκε ξανά το τραγούδι της, κρυστάλλινο και κελαρυστό όπως πάντα.

The hills fill my heart

With the sound of music

My heart wants to sing

Every song it hears

Έκλεισα τα μάτια και άφησα το κορμί μου να πέσει στο έδαφος σαν κούτσουρο. Ξύπνησα, πραγματικά αυτή τη φορά, σ’ ένα μακρόστενο δωμάτιο, επάνω σε ένα κρεββάτι με λευκά στρωσίδια. Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν μια νοσοκόμα να μιλάει στο κινητό της τηλέφωνο, φαινομενικά εντελώς αδιάφορη για το πρόσωπό μου.

(θα συνεχιστεί)

high heels

Posted in Uncategorized on February 2, 2010 by pornetry

The bell screams its way to the office. Mike walks to the door, Tony rushes inside. Both move to the living room. Glass-round disco-ball lights, ox bookcases seven feet tall, a Victorian table, Persian rugs and a TV wall. Mike takes a seat at the table, so does Tony. Mike snorts two of white and offers the tip to Tony.

-For your own good, really.

-Thank you sir, but not today.

-Gotta play it tough kid. Easy women never get husbands.

Mike blows angeldust out of his nose. Tony shrugs nonchalantly.

-So, tell me a story. Vicente brings over hos from Madrid. Then.

-Sir, I really am a very responsible person.

-Shut up Joan. Go.

Tony starts shaking.

-Mr. Calderon plans on employing foreign girls to work the corner below the bridge. He puts Eliza’s name on the ship and place, thinking we won’t find out but our guy snitches the whole thing. We are gonna hit them once they’re off the ship and driving to town. Not so much for the girls but mostly because it’s an under the table agreement which shows disrespect and might-

-Smartass last wheel ain’t a smart wheel. Stick to the story.

Tony’s gaze no longer meets Mike’s.

-Just kidding with you Helen. Get it over with.

-Right, so around oh-six-hundred three vans come out of St. Vickeri, assumingly in order: First one, John Arteaja on the wheel, Alfredo Francia riding shotgun. They both run brothels for Calderon. Three guys with AKs in the back. Middle van the girls, possibly Romanian, maybe Bulgarian, with the driver. Last in line, also unknown driver, Miguel Herrera on the lookout with muscle at the back, partly for the escort, also for protection upon arrival.

-Good. What we get from this?

-That’s two middle-level guys at best, then disposables. Apparently Calderon, knowing the risks, doesn’t want to openly associate with the transaction. He can claim some guys went rogue on him wanting to cut themselves a slice behind his back. Still, he offers considerable protection knowing it’s right time for him to prepare the ground for expansion, waiting on the weakened families to rot further into the crisis.

Mike hits Tony flat across the face. Tony stares at the table. His face doesn’t give out the slightest trace of surprise.

-I don’t even have to look out for you motherfucker and you ain’t learning shit. Now go on with the god damn story.

-We got guys where the road turns narrow by the port, taking advantage of the route they choose to follow since it’s gotta stay as secret as possible. They’re disguised as police so we get the guns and muscle on the lookout once they stop them for the cop check but just for that. We hide in cars half a mile from the spot. Me, Romano and La Fabro drive. You and the McLaren guys ride with us holding rifles. Then we crash on them, speeding, hoping we’ll throw them vans with muscle and weapons off the road at least, hopefully into the sea. You clear off those who still fight back and the drivers, then we take the middle van home. Noone ever talks about it, to anyone, much more before the next family gathering.

-Guess why?

-No sir.

-Good.

Tony and Mike remain silent. Mike and Tony take a look at the time. Mike finishes off what’s left of the cocaine.

-Sir?

-Speak.

-Mr. Andretti does not wish to openly associate with the operation in case something goes wrong, right?

-No, the boss don’t wanna do that.

-Sir, what if some of them run away and on our backs?

-They won’t live to tell the story unless they leave town. Either us or Calderon.

-What if the girls take fire?

-There will be other girls.

-Dad, what if you get shot?

-Son, from what I heard, life’s a motherfucker.