Ιντίγκο – Ι.

Αν και δεν μπορώ να ανακαλέσω από τη μνήμη μου κάθε λεπτομέρεια εκείνης της ημέρας, θυμάμαι πως το τηλεφώνημα του Γιάννη με βρήκε μπουχτισμένο από το τέταρτο τσιγάρο της μέρας – της ώρας. Ήθελε να τον συναντήσω στο πάρκο Ζωγράφου, πράγμα περίεργο αν ξέρει κανείς τον Γιάννη κι έτσι υπέθεσα πως μάλλον επρόκειτο για κάτι σοβαρό. Κοιτάχτηκα στον καθρέφτη – όπου και διαπίστωσα ότι τα μάτια μου ήταν κατακόκκινα – έριξα ένα πουκάμισο στους ώμους μου και πήρα γρήγορα το δρόμο προς τη στάση. Ακούμπησα στο σταντ πάνω από το μεταλλικό παγκάκι κι έριξα μια ματιά στους υπόλοιπους. Το βλέμμα μου διασταυρώθηκε με αυτό της κοπέλας μπροστά μου και της χάρισα ένα αδέξιο χαμόγελο αφήνοντας όλα μου τα δόντια να φανούν που νομίζω πως την τρόμαξε λίγο αφού απέφυγε να με κοιτάξει καθόλη τη διάρκεια της αναμονής. Μπαίνοντας στο τρόλει άναψα ένα ακόμη τσιγάρο και σχεδόν κουτούλησα το τζάμι όπως έγυρα πάνω του στο εσωτερικό κάθισμα, κάτι που φαντάζομαι πως έφερε πολλά περίεργα βλέμματα πάνω μου, ίσως και σχόλια μιας και οι άνθρωποι των μαζών που χαρακτηρίζονται από αδράνεια – των επιβαινόντων στα ΜΜΜ λόγου χάρη – έχουν την τάση να αδελφοποιούνται όταν προσέξουν κάτι που ξεφεύγει από τη φυσιολογική ροή της πραγματικότητάς τους. Σε κάθε περίπτωση δεν ήμουν σε θέση να αντιληφθώ ούτε να αποκωδικοποιήσω τα σημάδια των γύρω μου, δεν είχα και καμία διάθεση να επικοινωνήσω με νηφάλια όντα ούτως ή άλλως, κι έτσι προτίμησα να χαζέψω απ’ το παράθυρο. Ο ουρανός βαφόταν με ένα χρώμα που δεν υποδείκνυε καμία ώρα της ημέρας, τα φώτα και ο δρόμος έφευγαν γρήγορα, ουρλιάζοντας στο μυαλό μου, αφήνοντας ένα αχνό αποτύπωμα και η ταχύτητα ήταν μεγάλη. Όλα αυτά αύξησαν τη ζαλάδα μου και προσπάθησα να γυρίσω πλευρό, όμως η προσπάθειά μου με έφερε φαρδιά-πλατιά ξαπλωμένο στα δύο καθίσματα και μαχόμενο να σταθώ όρθιος, μα κατάφερα μόνο να γείρω πιο πολύ στο κενό μπροστά μου. Τότε άκουσα έναν ήχο σα σκίσιμο πίσω από το δεξί μου αυτί κι έχασα εντελώς τον έλεγχο των μελών μου – αν δεν έδινα καμία βάση σε τέτοιου είδους ανόητες προβολές θα ορκιζόμουν πως είδα τον εαυτό μου να κυλαέι πολύ αργά προς τα μπρος και να σωριάζεται στο δάπεδο με έναν κατά το δυνατόν διακριτικό γδούπο.

Ξύπνησα σε ένα σκωτσέζικο ξέφωτο στην πλαγιά ενός λόφου και ηλιόλουστο σαν σε βαθύ καλοκαίρι. Καθόμουν στο γρασίδι, οκλαδόν, και φορούσα ένα μαύρο σακάκι, το ανάλογο παντελόνι και ένα κόκκινο μάλλινο φουλάρι. Μπροστά μου απλωνόταν το σμίξιμο τριών δρόμων, χωμάτινων και καθαρισμένων από τα φύλλα των δέντρων που πλαισίωναν το σταυροδρόμι. Κάτι μου έκαιγε τα δάχτυλα, ήταν το τσιγάρο που κρατούσα ακόμη για κάποιο λόγο κι ένιωσα ντροπή, έτσι το έσβησα στο χώμα και σηκώθηκα με προσεκτικές κινήσεις για να βεβαιωθώ πως είχα απαλλαγεί απ’ τη μαστούρα. Στο βάθος διέκρινα μια φιγούρα να έρχεται προς το μέρος μου και στάθηκα στη θέση μου να την περιμένω. Με πλησίασε περισσότερο και διέκρινα κάποια από τα χαρακτηριστικά της· έμοιαζε κοντή και στρουμπουλή και σίγουρα φορούσε ένα φουσκωμένο καπέλο ή ένα φέσι και μια ποδιά που έδενε στους ώμους. Πραγματικά περίεργος αυτή τη φορά κατέβηκα γρήγορα την πλαγιά κι έφτασα στη συμβολή των δρόμων όπου μπορούσα να ακούσω καθαρά το τραγούδι της:

The hills are alive

With the sound of music

With songs they have sung

For a thousand years

Πλησίασα κι άλλο· η φουρνάρισσα του παραμυθιού με τη μελωδική φωνή στροβιλιζόταν με χαριτωμένες παρά την κορμοστασιά της φιγούρες μαζεύοντας λουλούδια, χανόταν ανάμεσα στα δέντρα κι έπαιζε με το δάσος σαν να είχε επαναλάβει τη χορογραφία αυτή εκατοντάδες φορές, πάντα με την ίδια παρ’ όλα αυτά ζωντάνια, με τον ίδιο ενθουσιασμό και την ίδια δροσιά.

Θεώρησα ηλίθιο το να της πω να με περιμένει κι έτσι άρχισα να τρέχω προς το μέρος της αν και αυτή δεν φαινόταν να αντιλαμβάνεται στο ελάχιστο την παρουσία μου. Όταν άρχισα να την φτάνω η φιγούρα θόλωσε λίγο και μετά λίγο περισσότερο, μέχρι που έσβησε τελείως όταν βρισκόμουν πια σε μια απόσταση λιγότερη των τριών μέτρων από αυτή. Σάστησα και κοίταξα γύρω μου. Κράτησα την ανάσα μου και περίμενα με τις αισθήσεις μου σε πλήρη όξυνση όμως πέρασαν δυο λεπτά χωρίς να ακουστεί το παραμικρό. Διατρέχοντας με το βλέμμα μου το τοπίο την ξαναείδα τότε δίπλα στους θάμνους που φαίνονταν στα δεξιά μου. Έτρεξα όσο πιο γρήγορα μπορούσα μα η μυστηριώδης γυναίκα εξαφανιζόταν κάθε φορά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Ίδρωνα ασταμάτητα και τα πόδια μου πονούσαν, δεν μπορούσα όμως να ξεπεράσω με τίποτα εκτός από την περιέργεια τώρα και την οργή που φούντωνε μέσα μου γι’ αυτό το παιχνίδι που παιζόταν εις βάρος μου, το ατελέσφορο της προσπάθειάς μου στεκόταν εντελώς αδύνατο να με πείσει να σταματήσω. Διέσχισα το μέρος σε όλο του το μήκος για πολλές ώρες, τρέχοντας σαν αγρίμι και αλλάζοντας κατευθύνσεις τόσο γρήγορα που κόντεψα να σωριαστώ κάτω αρκετές φορές, εντελώς μάταια φυσικά όσον αφορούσε στην αναζήτησή μου. Μόνο όταν ένιωσα το λαιμό μου να πιάνεται από την ξεραίλα και τα πόδια μου εντελώς αποκαμωμένα μπόρεσα να δώσω μια παύση στο κυνηγητό μου, γέρνοντας την πλάτη μου σε ένα δέντρο. Τότε ακούστηκε ξανά το τραγούδι της, κρυστάλλινο και κελαρυστό όπως πάντα.

The hills fill my heart

With the sound of music

My heart wants to sing

Every song it hears

Έκλεισα τα μάτια και άφησα το κορμί μου να πέσει στο έδαφος σαν κούτσουρο. Ξύπνησα, πραγματικά αυτή τη φορά, σ’ ένα μακρόστενο δωμάτιο, επάνω σε ένα κρεββάτι με λευκά στρωσίδια. Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν μια νοσοκόμα να μιλάει στο κινητό της τηλέφωνο, φαινομενικά εντελώς αδιάφορη για το πρόσωπό μου.

(θα συνεχιστεί)

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: